Απολλύων

Τον επισκέπτεται κάθε βράδυ στο κρεβάτι του προσποιούμενος τον άγγελο. Έρχεται πάντα απρόσκλητος, ακριβώς την ώρα που κλείνει τα μάτια. Του φέρνει αναμνήσεις, όμορφες εικόνες και λόγια, που τα σπέρνει μέσα του. Οι σπόροι βρίσκουν πρόσφορο έδαφος, ριζώνουν, καρπίζουν και ανθίζουν ελπίδα, αισιοδοξία, χαρά, ενθουσιασμό. Η απρόσμενη συναισθηματική ευφορία που νοιώθει -σαν προδότης μέσα από τα τείχη- αφαιρεί τους σύρτες της Κερκόρπορτας, οι άμυνες εξασθενούν, τα τείχη πλήττονται και καταρρέουν.

Ο επισκέπτης, μειλίχια περιμένει την κατάλληλη στιγμή να αποκαλυφθεί, περιμένει την κατάλληλη στιγμή να τον συντρίψει και ...κρατώντας τον "Κύβο των Λυγμών" στα χέρια του, τον ανοίγει...

Τότε οι όμορφες στιγμές, οι σιωπές, τα γιατί, οι εξηγήσεις και οι λέξεις που ειπώθηκαν ή δεν ειπώθηκαν, αγκιστρώθηκαν πόντο-πόντο στην ράχη του, τον τράβηξαν απότομα απ’ τα στρώματα και τον σήκωσαν, έτσι ώστε να ίπταται στο δωμάτιο κρεμασμένος από την οροφή, και να βυθίζεται στον τρόμο και στο πόνο των χειρότερων από τους εφιάλτες του...

Και βλέπει την ίδια γυναίκα -όπως κάθε βράδυ-, να συνουσιάζεται στο κρεβάτι του με έναν τερατώδη σάτυρο: μικρά κέρατα στο κεφάλι, μυτερά αυτιά, ουρά και πόδια τράγου. Αυτός την φιλά κολασμένα και εκείνη κυλιέται σαν φίδι σε οίστρο στην αγκαλιά του. Τα σάλια του τρέχουν ανάμεσα στα στήθη της, την φτύνει με πρόστυχα λόγια, οι σκληρές του τρίχες αφήνουν σημάδια στο κορμί της ...ενώ χώνει τον υπερμεγέθη φαλλό του στο αιδοίο της.

Σαν κολασμένος αλαζόνας μάρτυρας ένοιωσε ακραία ηδονή. Απολάμβανε την τερατώδη πραγματικότητα που γοήτευε την φαντασία του και που γεννούσε άλλη πιο πολύ τερατώδη. Οι αγωνίες και οι επιθυμίες της σάρκας του φούντωσαν. Πρώτα τους έρανε με τον ιδρώτα του και μετά, ανάμεσα σε ένα παραλήρημα αισθήσεων, το δωμάτιο μύρισε απ’ το άρρωστο σπέρμα του.

Τον έκαψε ένα απαλό σχίσιμο στον αυχένα και στη συνέχεια, όλο το δέρμα της πλάτης του αποκολλήθηκε βίαια σαν αυτοκόλλητη ετικέτα ...και άρχισε να πέφτει σε έναν απύθμενο αφανισμό.

Βυθιζόταν στην άβυσσο. Ένοιωσε ρυπαρά χέρια και άλλα απαίσια που δεν ήθελε να σκέφτεται από γλοιώδη πλάσματα να αγγίζουν το κορμί του. Και όσο βούλιαζε, η νύχτα ξεψυχούσε, ενώ στο βάθος, τον ανέμενε το πρώτο χλωμό φως της ημέρας να τον βρει να δαγκώνει το στρώμα και να μουγκρίζει ανήμπορος.

<Επιστροφή>