Άφησε το μυαλό του ελεύθερο και ανέσυρε μια ανάμνηση απ’ τις μνήμες του. Την τράβηξε λίγο-λίγο με τα δάκτυλα, την έστριψε προσεχτικά και όταν απέκτησε κάποιο μήκος την θήλιασε στο αδράχτι. Μετά τράβηξε την επόμενη, την έστριψε απαλά στην άκρη της προηγούμενης και με το δεξί του χέρι, περιστρέφοντας το αδράχτι τις τύλιξε.
Όταν το αδράχτι γέμισε αναμνήσεις, με τα χέρια του τις τυλιγάδιασε. Έτσι έφτιαξε ένα μικρό κουβάρι, φτιαγμένο με το πιο πολύτιμο νήμα και με χρώματα που ανακατεύονταν και διαρκώς άλλαζαν μεταξύ τους, που δεν είχε ξανά αντικρίσει και πόσο μάλλον να καταφέρει να ονοματίσει: κόκκινο από ροδάμι και άγριο ριζάρι, πράσινο του μέλεγους, μαύρο της φλούδας καρυδιάς, ανοιχτό καφέ της φλούδας του πεύκου, γαλάζιο του λουλακιού, κίτρινο του ασφόδελου και άλλα...
Πρώτα πέρασε το ακριβό νήμα σε μια λεπτή βελόνα, μετά έπιασε με προσοχή την εύθραυστη καρδιά του, και άρχισε σιγά-σιγά και με μεγάλη υπομονή να ράβει τις πληγές της. Η μια βελονιά δίπλα στην άλλη ...χωρίς να τον ενοχλούν τα τσιμπήματα.
Εκεί όπου έλειπαν μεγάλα κομμάτια, έπλεξε με ένα βελονάκι περίτεχνα σχέδια, δημιουργώντας στο κενό έναν καινούργιο ιστό που παλλόταν ζωντανός από χρώματα.
Οι αναμνήσεις επούλωναν τις πληγές γιατί είχε αποφασίσει να τις αντιμετωπίσει ως σύμμαχος και όχι ως εχθρός. Και αυτές τώρα συγκρατούσαν προστατευτικά την καρδιά του, που με τη σειρά του την ένοιωθε στη χούφτα του πάλι δυνατή και απαλή σαν βελούδο.
«Καρδούλα μου» ψιθύρισε νοσταλγικά και αυτή άρχισε να ξανακτυπά στους κανονικούς της ρυθμούς, έτοιμη να γίνει η οδηγός του για την υπόλοιπή του ζωή.
<Επιστροφή>
