Τριγυρνούσα στο σκοτεινό δάσος χαμένος στις σκέψεις μου. Ξάφνου μπροστά μου, στο βάθος πίσω από τα δέντρα, φάνηκε ένα ξέφωτο λουσμένο στο φως. Ήμουν σίγουρος πως εκεί θα έβρισκα τις απαντήσεις που έψαχνα. Έπρεπε όμως πρώτα να περάσω το πέτρινο γεφυράκι...
Έψαχνα να βρω τον εαυτό μου, να βρω και να συνδέσω ξανά τα κομμάτια του...Και αποφάσισα να το περάσω. Έκανα το πρώτο βήμα, το πρώτο από αυτά που θα με έφερναν αντιμέτωπο με την ωμή πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που όταν την αντίκρισα με άφησε άφωνο και που ως ζωντανός σουρεαλιστικός πίνακας του Νταλί διακοσμούσε το ξέφωτο:
Εκεί μπροστά μου, βρίσκονταν όλα τα κομμάτια του εαυτού μου, ...σκορπισμένα. Δέκα έξη στο σύνολο! Τα χέρια ήταν κομμένα από τους ώμους, στη κλείδωση των αγκώνων και των καρπών. Παρόμοια τα πόδια ήταν κομμένα στη βάση του μηρού, στα γόνατα και χαμηλά στους αστραγάλους. Το κεφάλι βρισκόταν πιο δίπλα, γιατί με αυτό, ο δημιουργός αυτού του φρικιαστικού σκηνικού, είχε ασχοληθεί περισσότερο, αφού του είχε βγάλει τα μάτια...
Τυχαία θα χαρακτήριζα τη διάταξη των μελών στο χώρο, αδυνατώντας να διακρίνω κάποιο αυστηρό μοτίβο, εκτός τους βολβών των ματιών. Ήταν τοποθετημένοι ο ένας απέναντι από τον άλλον, πάνω σε ένα σαρκώδες και χονδροειδές φύλο φραγκοσυκιάς γεμάτο αγκάθια, κοιτώντας το ένα μάτι, το μάτι του άλλου. Και ένοιωθα πως αυτό πονούσε…Οι τομές ήταν τέλειες, σαν από χέρι έμπειρου και επιδέξιου χειρούργου. Κατά ένα περίεργο τρόπο, δεν υπήρχε ίχνος αίματος ενώ τα μέλη που κάποτε συμπλήρωναν το κολοβό πλέον σώμα μου, διατηρούσαν το αρχικό τους ζωντανό χρώμα…
Πλησίασα διστακτικά. Πήρα με προσοχή ένα-ένα τα μάτια προσέχοντας να μη μου χυθούν και τα τοποθέτησα στις κόγχες τους. Τώρα ήταν καλύτερα, τα βλέφαρα δεν βούλιαζαν προς τα μέσα όπως πριν…
Καθάρισα τα λίγα χώματα στο κεφάλι και το πήρα στην αγκαλιά μου, δεξιά στο ύψος του στέρνου μου. Χάιδεψα τα μαλλιά του και το έσφιξα απαλά, γέρνοντας λίγο από πάνω του. Και αυτό ήταν κάτι, που πάντα ήθελα να κάνω…
Τότε κατάλαβα! Μετακίνησα τον άψυχο κορμό μου σε ένα πιο ομαλό σημείο και άρχισα να συναρμολογώ τον διαμελισμένο εαυτό μου, ταιριάζοντας τα κομμάτια όσο πιο καλά μπορούσα. Το αποτέλεσμα στο τέλος, θύμιζε περισσότερο ξύλινη μαριονέτα που περίμενε τον χειριστή της, να σηκώσει τα χέρια του και να της δώσει ζωή.
Έσκυψα και άγγιξα με το στόμα μου, το άλλο μου νεκρό στόμα και φύσηξα ελαφρά. Μια ανάσα χωρίς τελειωμό. Μια ανάσα που ρουφούσε την ύπαρξή μου. Μια ανάσα που με άδειασε εντελώς για να με ρίξει ξέπνοο και αναίσθητο στο χώμα.
Άνοιξα τα βλέφαρά μου. Είμαι ξαπλωμένος, μόνος και είναι λίγο σκοτεινά. Δεν ξέρω πόση ώρα βρίσκομαι σε αυτή τη θέση! Σηκώνομαι και κοιτάζω γύρω μου, προσπαθώντας να αναγνωρίζω το μέρος, ...χωρίς επιτυχία. Φοβάμαι! Είναι και αυτά τα καψίματα που νοιώθω στο λαιμό και σε όλες μου τις κλειδώσεις…
Έχοντας χάσει το χρόνο…
τριγυρνούσα στο σκοτεινό δάσος χαμένος στις σκέψεις μου. Ξάφνου μπροστά μου, στο βάθος πίσω από τα δέντρα, φάνηκε ένα ξέφωτο λουσμένο στο φως. Ήμουν σίγουρος πως εκεί θα έβρισκα τις απαντήσεις που έψαχνα. Έπρεπε όμως πρώτα να περάσω το πέτρινο γεφυράκι...
< ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΤΕΡΜΟΝΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ >