Χαμένος Παράδεισος


Ούρλιαξε.

Με τα δάκτυλα άγγιξε τις μήνιγγες του μυαλού του, τις πίεσε μέχρι που τις τρύπησε, βύθισε τα δάκτυλα βαθιά στα νεύρα του εγκεφάλου και άρχισε να τα στριφογυρίζει. Σαν χορευτές συγχρονισμένης κολύμβησης, τα δάκτυλα εκτελώντας μια σειρά από φιγούρες μέσα σε ζελέ, κατέστρεφαν τις εγκεφαλικές συζυγίες, κατέστρεφαν τις μνήμες. Δεν ήθελε να θυμάται άλλο και όμως εξακολουθούσε να θυμάται...

Ούρλιαξε.

Έβαλε τα δάκτυλα στον ακουστικό πόρο των αυτιών του και τα οδήγησε προς τον τυμπανικό υμένα, προς την είσοδο του λαβύρινθου. Τον έγδαρε με τα νύχια και τον μάτωσε μέχρι που τον τρύπησε. Δεν ένοιωσε ναυτία, ίλιγγο ή τάση προς εμετό. Δεν ήθελε να ακούει άλλο και όμως εξακολουθούσε να ακούει...

Ούρλιαξε.

Με τα δάκτυλα πίεσε την αριστερή πλευρά του στήθους του, την τρύπησε, πέρασε στην θωρακική κοιλότητα και έφτασε ανάμεσα στα δυο πνευμόνια, στη καρδιά του. Την αγκάλιασε με τη χούφτα του, πονούσε. Έσφιξε τους κόλπους και τις κοιλίες της, έκοψε τις αρτηρίες και κατέστρεψε τις βαλβίδες της. Δεν ήθελε να ζει άλλο και όμως εξακολουθούσε να ζει...

Ούρλιαξε.

Έβαλε τα δάκτυλα στα μάτια του, πίεσε τους προστατευτικούς χιτώνες σημαδεύοντας στο κέντρο -τις διεσταλμένες κόρες, την είσοδο για τις χιλιάδες πληροφορίες, εικόνες και χρώματα. Κατέστρεψε τους φακούς των ματιών και το υαλώδες υγρό κύλησε ανάμεσα από τα δάκτυλά στη ματωμένη παλάμη του. Δεν ήθελε να βλέπει άλλο και όμως εξακολουθούσε να βλέπει...

Θέλησε να κλάψει ...αλλά δεν είχε μάτια.

Ούρλιαξε.

<Επιστροφή>