Ο Τάσης

Άφησα το αυτοκίνητο στην άκρη του χωματόδρομου, ανάμεσα σε μαργαρίτες και φρέσκες παπαρούνες της Άνοιξης. Βρίσκομαι στην πάνω δεξιά γωνία της κλειστής μαντρόχτιστης έκτασης, ακριβώς εκεί όπου ο χρόνος και η φύση την άγγιξαν -πεσμένες πέτρες, χώματα και ένα υποτυπώδες πέρασμα. Πέρασα προσεχτικά από μέσα και βρέθηκα στο εσωτερικό της. 

Σκοτάδι. 

Κατευθύνθηκα στα τυφλά προς τον προορισμό μου. Τα χαλίκια έτριξαν κάτω απ’ το βάρος μου, διαταράσσοντας τον αιώνιο ύπνο των κατοίκων. Το μονοπάτι που ακολούθησα -χαραγμένο απ΄τα βήματα με τα χρόνια-, περνούσε δίπλα και πάνω από εγκαταλειμμένους και άθλιους τάφους, σβησμένους ακόμα και απ΄την μνήμη των τελευταίων απογόνων των κατοίκων τους. Έφτασα γρήγορα στο μνήμα που τόσο καλά γνώριζα. 

Κάθισα στο πλατύ λευκό μάρμαρο που οριοθετούσε το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του νεκρού σε αυτή τη ζωή. Έβγαλα δυο τσιγάρα. Άναψα το ένα από το καντήλι που έκαιγε με την τρεμάμενη φλόγα να ακολουθεί τα γυρίσματα του αέρα, και άφησα το άλλο δίπλα στο μαυρισμένο λιβανιστήρι. 

«Γεια σου Τάση» είπα και τράβηξα μια βαθιά ρουφηξιά. Η καύτρα φούντωσε στο σκοτάδι φωτίζοντας το πρόσωπό μου. Η φωνή του Τάση ακούστηκε καθαρά και βαθιά κάπου μέσα στο κεφάλι μου: «γεια σου αδερφέ». 

Μιλώ με τον νεκρό αδερφό μου. Στα 15 του ο γιατρός διέγνωσε μηνιγγίτιδα, αφήνοντάς μας συγκλονισμένους και τον Τάση δίχως μέλλον. Μια εβδομάδα μετά τον θάνατό του ήρθε στον ύπνο μου και με προσκάλεσε να τον επισκεφτώ στον τάφο του. Τότε ήταν που μου μίλησε για πρώτη φορά. Μια ολόκληρη εβδομάδα έκανα να αρθρώσω λέξη απ’ το σοκ. Τελικά αποδέχθηκα το γεγονός ως μεταφυσικό δώρο και ταυτόχρονα ως ένα μεγάλο μυστικό που θα μοιραζόμασταν μεταξύ μας για το υπόλοιπο της ζωής μου... 

Από τότε τον επισκέπτομαι μια φορά την εβδομάδα, πάντα βράδυ και συζητάμε. Με ρωτά για τους γονείς μας, για τα αδέρφια μας και εγώ με τη σειρά μου, τον ρωτώ να μάθω για το πώς είναι από εκεί... Όσο και να προσπαθώ να καταλάβω, αδυνατώ να κατανοήσω, πόσο μάλλον να σας μεταφέρω τα λόγια του. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί στις περιγραφές μού ακούγονται αλλόκοτες και όσες προσπάθειες κάνω για να καταλάβω πέφτουν στο κενό, σαν αυτό που άφησε πίσω με την απουσία του. Δεν χάνω όμως το κουράγιο μου... 

Πέρασε ήδη μία ώρα. Τύλιξα τις γόπες μας σε ένα αλουμινόχαρτο και κοίταξα τη φωτογραφία του Τάση που φωτίζονταν απ’ την αδύναμη φλόγα του καντηλιού. Τα μαλλιά του νεκρού αδερφού μου είχαν γκριζάρει και στο πρόσωπό του είχαν εμφανιστεί οι πρώτες ρυτίδες... 

«Θα ξανάρθω» είπα, και ακολούθησα πίσω την ίδια διαδρομή για να δραπετεύσω ο ίδιος από την παράνοια και τον παραλογισμό μου.