Η Παρασκευή

[ ή Κάθε Παρασκευή και ένας γλυκός θάνατος ]

Εκείνη γύρισε προς τα πίσω το κεφάλι της αλλά δεν είδε τις αδερφές της. Ήξερε πως είχε άλλες τέσσερις που ποτέ δεν είχε δει. Έτσι, σιωπηλή, συνέχισε με σταθερό βήμα πάνω στα σανίδια. Το πιο πιθανό ήταν να είχαν και εκείνες την ίδια μοίρα, το ίδιο τέλος. Ένα τέλος που τους το χάριζε πάντα ο Σάββας -που περίμενε αμίλητος, με φοβερή ηρεμία και δυο μαύρα λαμπερά μάτια στο τέλος της διαδρομής.

Η δυσωδία που της ανακάτεψε το στομάχι, την έκανε να κρατήσει προς στιγμή την αναπνοή της. Κοίταξε επιφυλακτικά με την άκρη του ματιού της στα πλάγια. Και τις είδε όλες εκεί. Την Δευτέρα, την Τρίτη, την Τετάρτη και τη Πέμπτη. Για την ακρίβεια είδε το μαύρο πηγμένο αίμα και τις μύγες που χόρευαν πάνω στα κουφάρια τους -με τη φαρδιά πληγή να χωρίζει το κεφάλι από το υπόλοιπο σώμα, τα ανοιχτά μελανιασμένα χείλη και τα λερωμένα με αίμα όμορφα μαλλιά τους.

Όλες τους ήταν ταλαιπωρημένες αλλά η Δευτέρα ήταν η χειρότερη. Μακελεμένη με τις χειρότερες ξεστομισμένες βρισιές και τους περισσότερους αναθεματισμούς ψυχής. Μαστιγωμένη με υπερβολικά νεύρα και υπέρμετρη καταπίεση. Βιασμένη με υπερβολικό εργασιακό και οικογενειακό άγχος. Σημαδεμένη με στρες, κατάθλιψη, καβγάδες και υπερβολικές εντάσεις. Γεμάτη εγκαύματα από την παράφορη πίεση και την έντονη λύπη.

Ο Σάββας (που το πραγματικό του όνομα ήταν Σάββατος) ακόνιζε το μαχαίρι του περιμένοντας αμίλητος, με φοβερή ηρεμία και δυο μαύρα παράξενα λαμπερά μάτια να της ξεριζώσει τη ψυχή. Το θανάσιμο χτύπημα που θα της έδινε, θα την έβρισκε στον τρυφερό λαιμό της, «ακριβώς στα δυο νεύρα που ενώνουν το σώμα με το κεφάλι, εκεί που ο θάνατος πλακώνει μονοστιγμίς» (Όμηρος).

Μετά θα πήγαινε να πλύνει το γυαλιστερό και αχνιστό αίμα που θα είχε τιναχτεί και θα του είχε πιτσιλίσει το πρόσωπο ώστε να είναι καθαρός για τη Μητέρα. Γιατί μετά τις 12 το βράδυ ξεκινούσε η δική του μέρα. Ή μάλλον δύο ολόκληρες μέρες γεμάτες πάθος και έρωτα στο δωμάτιο της Κυριακής. Δύο μέρες αρκετές ώστε να της χαρίσει το σπόρο που θα καρπίσει στη μήτρα της για να μπορέσει να γεννά κάθε βράδυ και από μια κόρη.

Το βλέμμα μου κόλλησε στην Τετάρτη. Τη μισούσα αυτή τη μέρα, αν μπορούσα θα έπαιρνα το μαχαίρι από το χέρι του Σάββα και θα την έσφαζα μόνος μου… Όχι πως έτρεφα διαφορετικά συναισθήματα και για τη Πέμπτη…

Αφήνω πίσω μου τη Παρασκευή να ακολουθεί το μονοπάτι που της επιφύλαξε η μοίρα και κοιτάζω μπροστά το δικό μου. Αυτό που οδηγεί εκεί στο πίσω μέρος του μυαλού μου, στην ασφάλεια του σκοτεινού δωματίου. Εκεί στο «δωμάτιο διαφυγής», που ανοίγει τη πόρτα κάθε 25 χρόνια για να μπει το φως.

[Επιστροφή]