Ζητείται Νεαρά


Ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες, έστριψα δεξιά στο φανάρι και μπήκα σε έναν όμορφο δρόμο πλαισιωμένο με δένδρα, λίγα αυτοκίνητα και μεγάλες αρχοντικές μονοκατοικίες μέσα σε τεράστιους κήπους.

Άφησα το αυτοκίνητό έξω από την καγκελόπορτα με τον αριθμό 47 και μέχρι να διανύσω τα 30 ανηφορικά μέτρα -μέχρι την εξώπορτα του σπιτιού- το τσουχτερό κρύο είχε ήδη τρυπώσει κάτω από τα ζεστά μου ρούχα.

Χαιρέτησα ευγενικά τον κύριο που με υποδέχθηκε και περάσαμε μαζί στο καθιστικό όπου μας περίμενε η σύζυγός του. Ήταν έτοιμοι για την βραδινή τους έξοδο και το βαρύ ντύσιμό τους, ταίριαζε απόλυτα με την επίπλωση του χώρου.

Αυτός ήταν και ο λόγος που ήμουν εδώ. «Ζητείται νεαρά νηπιαγωγός, για φύλαξη πεντάχρονου αγοριού» έλεγε η αγγελία και συνέχιζε αναφέροντας περιοχή, ωράριο, αμοιβή και τηλέφωνα. Αμέσως επικοινώνησα και το ραντεβού κανονίστηκε για την επόμενη μέρα. Να μαι τώρα εδώ, κρεμασμένη στο μπράτσο του καναπέ προσπαθώντας να κρατηθώ για να μην βυθιστώ στα μαλακά μαξιλάρια του.

«Το αγόρι μας είναι επάνω, στο δωμάτιό του και κοιμάται, δεν θα σας ενοχλήσει» ήταν τα τελευταία λόγια του κυρίου, που πριν κλείσει τη βαριά πόρτα φεύγοντας, μου έδωσε μια κάρτα με τα προσωπικά του τηλέφωνα, «για παν ενδεχόμενο».

Η ώρα έκανε τη βόλτα της πάνω στα παχιά χαλιά, χάζευε τα βαριά έπιπλα και τους τεράστιους πίνακες και η ησυχία ήταν τέτοια που με έπιανε από το λαιμό και με έπνιγε. Τότε ήταν που αποφάσισα να ρίξω μια ματιά στον επάνω όροφο, να γνωρίσω τον πεντάχρονο φιλαράκο μου.

Ανέβηκα τη ξύλινη και σκοτεινή σκάλα με βαριά βήματα και παραδόξως μαύρη καρδιά….

Δεν ήταν δύσκολο να ανακαλύψω το δωμάτιο, ακόμα και στο πηχτό σκοτάδι. Το πρόδωσαν οι ζωγραφιές και τα φωσφορίζοντα γράμματα πάνω στη πόρτα. Μπήκα προσεκτικά, στις μύτες των ποδιών μου ...για να μην ταράξω την ησυχία.

Το μικρό φως πάνω στο γραφείο αντανακλούσε ένα διάφανο κίτρινο, που φάνταζε σχεδόν πένθιμο. Η ματιά μου εξερευνούσε το χώρο, αναζητώντας κάτι που ακόμα δεν είχα προσδιορίσει. Τετράδια, παιδικά βιβλία, ξυλομπογιές, παιχνίδια, ήταν όλα καθαρά και τακτοποιημένα με τρομακτική τάξη στη θέση τους. Και αυτή η τάξη στο παιδικό δωμάτιο ήταν που με τρόμαξε.

Τότε συνειδητοποίησα πως έκανε κρύο –όχι ακριβώς σαν το κρύο του χειμώνα- και πως αναζητούσα τα παράθυρα, για να τα δω αν είχαν ξεχαστεί ανοιγμένα. Το παιδί σκέφτηκα ανήσυχη, θα κρυώσει το παιδί, και έτρεξα προς το κρεβατάκι του. Ευτυχώς δεν ήταν ξεσκέπαστο αλλά παραδόξως ήταν πολύ μικρότερο σε ηλικία, σχεδόν ...μωρό και χλωμό…

«μες την χλομάδα του, νεκρό» ψιθύρισαν οι στοίχοι στο μυαλό μου. Και τότε κατάλαβα πως ήμουν μια εν δυνάμει νεαρά νηπιαγωγός, για το νεκρό –ποιος ξέρει εδώ και πόσα χρόνια- μωρό τους.

Τότε μάλλον ήταν που ΟΥΡΛΙΑΞΑ
[Εμπνευσμένο από ένα όνειρο της Κωνσταντίνας]